Παρασκευή , 23 Οκτωβρίου 2020

Αποφυλακίστηκε ο Κουφοντίνας;;; Τι δουλειά είχε στον Αυλώνα;

Αθέατοι χειρισμοί, που προϋποθέτουν «υψηλή» γνώση και εποπτεία, βουβές μετακινήσεις και έγγραφα που διαβιβάσθηκαν εν κρυπτώ στην καρδιά του καλοκαιριού χαρακτηρίζουν την υπόθεση της μεταγωγής του Δημήτρη Κουφοντίνα, καταδικασμένου ως ηγετικού στελέχους της 17Ν, από τις φυλακές Δομοκού στις φυλακές ανηλίκων Αυλώνα. Μεταγωγή η οποία κρίθηκε λανθασμένη εκ των υστέρων, κατόπιν έντονης εισαγγελικής παρέμβασης, και τελικά ανακλήθηκε στέλνοντας τον Δ. Κουφοντίνα πίσω στον Δομοκό και εν συνεχεία στον Κορυδαλλό.
Τους τελευταίους μήνες, εξάλλου, οι περισσότεροι εκ των καταδικασθέντων για τρομοκρατία ζητούσαν επίμονα να φύγουν από τις φυλακές Δομοκού, καθώς εξέλιπαν πλέον οι λόγοι για τους οποίους είχαν μεταχθεί εκεί: η κατάργηση των φυλακών υψίστης ασφαλείας, αποκαλουμένων και «τύπου γ», με νόμο του τέως υπουργού Δικαιοσύνης κ. Ν. Παρασκευόπουλου, καθιστά αδύνατη την εκεί κράτησή τους υπό ειδικές – αυστηρότερες – συνθήκες. Στην πραγματικότητα, το μοναδικό αίτημα που δεν έχει ακόμη ικανοποιηθεί είναι αυτό του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, φερομένου ως αρχηγού της 17Ν, ο οποίος και βρίσκεται σε απεργία πείνας για τον λόγο αυτόν από τον Δεκαπενταύγουστο και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λαμίας την περασμένη Τετάρτη.
Η φωτιά και το μπαρούτι
Ηταν στις 24 Ιουλίου όταν ο Δ. Κουφοντίνας μετήχθη από τις φυλακές Δομοκού στο κατάστημα κράτησης ανηλίκων Αυλώνα. Είχε λάβει το πράσινο φως από τη διεύθυνση των φυλακών και – όπως ο ίδιος ισχυρίζεται σε επιστολή του σε ιστοσελίδα οικείου πολιτικού χώρου – από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Η κράτησή του στον Αυλώνα όμως διήρκεσε μόλις πέντε ημέρες.
Κατά τον Κουφοντίνα, προβλήθηκαν «λόγοι ασφαλείας και εύρυθμης λειτουργίας της φυλακής». Καλά πληροφορημένες πηγές τονίζουν στο «Βήμα» ότι υπήρξε εισαγγελική παρέμβαση: πώς βάζεις δίπλα στη φωτιά μπαρούτι; Η συνύπαρξη του συγκεκριμένου κρατουμένου με ανηλίκους (επειδή οι φυλακές Αυλώνα δέχονται κυρίως παιδιά μετεφηβικής ηλικίας) που έχουν χάσει τον δρόμο τους κρίθηκε επικίνδυνη και εν τέλει απαράδεκτη.
Ο Δ. Κουφοντίνας προβάλλει στην επιστολή του τη δική του εκδοχή, υπογραμμίζοντας ότι σε κατ’ ιδίαν συνάντησή τους στον Αυλώνα, στέλεχος του υπουργείου Δικαιοσύνης τού έκανε ανεπισήμως λόγο για «σχέδια προβοκάτσιας» εναντίον του.

«Αυτά τα σχέδια, που δεν τα γνώριζε κανείς άλλος αρμόδιος ή αναρμόδιος, δεν άντεξαν στην παραμικρή δοκιμασία της λογικής, γι’ αυτό άλλωστε αποσύρθηκαν και δεν ξαναναφέρθηκε κανείς σε αυτά. Ηταν απλώς “προφάσεις εν αμαρτίαις”, ένα άτεχνο τέχνασμα για να δικαιολογήσουν το μεγαλοπρεπές κυβίστημα που ανέτρεπε μια απόφαση, που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν ούτε πέντε μέρες»
σημειώνει χαρακτηριστικά. «Αυτό που έμεινε, και ομολογήθηκε σχεδόν ανοιχτά, ήταν ότι υπήρχε ένα κλίμα πιέσεων».
«Η καλύτερη φυλακή της χώρας»
Το κατάστημα κράτησης ανηλίκων Αυλώνα είναι άπιαστο όνειρο για πολλούς εγκλείστους, καθώς θεωρείται κατά κοινή ομολογία «η καλύτερη φυλακή της χώρας, με πιο ελεύθερο πνεύμα και καλύτερο περιβάλλον». Την εμφανή υπεροχή της τονίζει και ο ίδιος ο Δ. Κουφοντίνας: «Δεν ξέρω ποιους ενόχλησε η πενταήμερη παραμονή μου σε μια φυλακή τύπου Β’, η οποία έχει τις γνωστές τριτοκοσμικές υποδομές των ελληνικών φυλακών, όμως τουλάχιστον επιτρέπει έναν ελάχιστο ορίζοντα ουρανού και δέντρων, που αποτέλεσε για μένα πρωτόγνωρο σοκ ύστερα από 13 χρόνια εγκλεισμού στους σκοτεινούς τσιμεντένιους τύμβους που δοξάζουν τον περιβόητο νομικό πολιτισμό με το καθεστώς εξαίρεσης και τις ιδιαίτερες συνθήκες κράτησης για τους πολιτικούς κρατούμενους. Στην ίδια αντιμετώπιση όλων των πολιτικών εξουσιών εναντίον μας, με την οποία συντάσσεται και η “πρώτη φορά αριστερά”».
Στο σημείωμα της 4ης Αυγούστου ο Δ. Κουφοντίνας χαρακτηρίζει την τοποθέτησή του στον Κορυδαλλό «εξευτελιστική συμπεριφορά», δηλώνοντας ότι αδυνατεί να συνυπάρξει με διεφθαρμένους πολιτικούς, αστυνομικούς, δικαστικούς και άλλους. Τονίζει, επιπλέον, ότι κατά τη μεταγωγή του εκεί αρνήθηκε να μπει στο κελί, άρχισε απεργία πείνας και διέκοψε κάθε φαρμακευτική αγωγή.
Ποιοι έμειναν, ποιοι έφυγαν
Σε απεργία πείνας βρίσκεται εξάλλου ο Αλ. Γιωτόπουλος, ο οποίος βρίσκεται ακόμη στον Δομοκό, καθώς έχει τύχει διαφορετικής μεταχείρισης. Στην ουσία είναι και ο μόνος που έχει παραμείνει στην ειδική πτέρυγα κράτησης. Οι Νίκος Μαζιώτης και Κώστας Γουρνάς «δεν μένουν πια εκεί», καθώς είναι σε εξέλιξη το Εφετείο για τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα, ενώ ο Βασίλης Τζωρτζάτος μετήχθη στον Κορυδαλλό στις 30 Ιουνίου.
Ο Αλ. Γιωτόπουλος καταγγέλλει ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης τον εμπαίζει καθ’ όλη τη διάρκεια του τετραμήνου που πέρασε μετά την κατάργηση των φυλακών τύπου Γ’, και ενώ έχει αποσπάσει θεωρητικώς την έγκριση του αιτήματός του, παραμένει στον Δομοκό. Ο ίδιος έχει επικαλεστεί λόγους ασφαλείας από τυχόν επιθέσεις άλλων κρατουμένων, για να επιτύχει τη μεταγωγή του στον Κορυδαλλό (όπου βρισκόταν πριν από τη θέσπιση των φυλακών υψίστης ασφαλείας). Για να πιέσει προς την κατεύθυνση αυτή ξεκίνησε απεργία πείνας στις 15 Αυγούστου. Στις 2 Σεπτεμβρίου παρουσίασε μάλιστα επιπλοκές στην υγεία του και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λαμίας.

Ελέω κόστους
Τα «βραχιολάκια»δεν βρήκαν χέρια

Δικαστικές πηγές σχολιάζουν δηκτικά και την αποτυχία που έχει σημειώσει το πολυδιαφημισμένο πιλοτικό πρόγραμμα με το σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης, τα γνωστά «βραχιολάκια». Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει αρνηθεί προς το παρόν να δώσει επισήμως στοιχεία, ενώ έγκυρες πηγές σημειώνουν ότι όσα έχουν διατεθεί μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού! Στις εξαιρέσεις ανήκει και ο Νίκος Ρωμανός, που παρακολουθεί μαθήματα στο ΤΕΙ όπου έχει επιτύχει με σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης.
Το πιλοτικό πρόγραμμα του υπουργείου αφορά 250 κρατουμένους, καταδίκους και υποδίκους, αποκλείοντας διά ροπάλου τους ισοβίτες, και έχει ισχύ 18 μηνών. Ο νόμος περιλαμβάνει στις διατάξεις του τη δυνατότητα χρήσης του «βραχιολιού» από προσωρινά κρατουμένους, υφ’ όρον απόλυση κρατουμένους και κρατουμένους που δικαιούνται άδεια από τις φυλακές.
Χρονική αφετηρία του προγράμματος ήταν ο Μάιος του 2015, οπότε και οι ενδιαφερόμενοι θα έπρεπε να αρχίσουν να υποβάλλουν έγγραφα υπομνήματα στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.
Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι το κόστος είναι ανασταλτικός παράγοντας. Το «βραχιολάκι» κοστίζει γύρω στα 12,5 ευρώ την ημέρα, ποσό με το οποίο επιβαρύνεται ο κρατούμενος, εκτός και αν αποδεδειγμένα δεν μπορεί να το καταβάλει, οπότε το επωμίζεται το Δημόσιο.
Στην προσπάθεια ερμηνείας του φαινομένου, επισημαίνουν επιπλέον ότι αρκετοί κρατούμενοι προτιμούν τη φυλακή από τον κατ’ οίκον περιορισμό για μεγαλύτερο διάστημα, ενώ άλλοι δεν μπορούν να ενταχθούν στο μέτρο καθώς διατηρούν ανοικτούς περισσότερους του ενός λογαριασμούς με τη Δικαιοσύνη.
της Ελευθερίας Κόλλια