Κυριακή , 25 Οκτωβρίου 2020

Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ: Ένα πολιτικό και στρατιωτικό φιάσκο

Στα μέσα Μαΐου του 1965, περίπου δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, που προκάλεσε αναβρασμό στην πολιτική ζωή της χώρας, ένα υποτιθέμενο πολιτικό και στρατιωτικό σκάνδαλο ήρθε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο, το ήδη τεταμένο πολιτικό κλίμα και να οδηγήσει τελικά στην στην αποστασία του 1965: η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ.

Ο ΑΣΠΙΔΑ (αρκτικόλεξο της φράσης «Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατίαν, Αξιοκρατίαν») επρόκειτο για μια μυστική οργάνωση, στελεχωμένη από εν ενεργεία αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, η οποία δήθεν τελούσε υπό την καθοδήγηση του Ανδρέα Παπανδρέου, γιού του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.

Όταν ξεκίνησαν οι ανακρίσεις για εμπλοκή πολιτικών προσώπων, ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε με επιμονή και πάθος ότι είχε οποιαδήποτε επαφή ή σχέση με την εν λόγω οργάνωση, καταγγέλλοντας «σκευωρία και πλεκτάνη εις βάρος του από ντόπια και ξένα κέντρα». Στο βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο απόσπασμα» (σελ 217-225) ο Ανδρέας Παπανδρέου αναφέρει πως πρώτη φορά άκουσε το όνομα της οργάνωσης τον Μάιο του 1965 από τον πατέρα του.

1966. Ο Ανδρέας Παπανδρέου προσέρχεται στον Εισαγγελέα Ποινικής Αγωγής. Του ανοίγει την πόρτα ο δικηγόρος του, Μένιος Κουτσόγιωργας 

Η επιστολή του στρατηγού Γρίβα στον υπουργό Γαρουφαλιά

Στις 12 Μαΐου 1965 ο τότε στρατιωτικός διοικητής της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) στρατηγός Γεώργιος Γρίβας (Διγενής) αποστέλλει έκθεση στον Έλληνα υπουργό Εθνικής Άμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά, στην οποία αναφέρει ότι έγινε κίνημα ίδρυσης συνωμοτικής οργάνωσης υπό την επωνυμία «ΑΣΠΙΔΑ» από ομάδα αξιωματικών και προειδοποιεί την Αθήνα, ότι υπάρχει κίνδυνος ανατροπής του τότε καθεστώτος.

Ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας (Διγενής)

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ανάμεσα στον Ανδ. Κοκκέβη και τον Γιάννη Αλευρά
Στην έκθεσή του, ο Γρίβας χαρακτηρίζει τον ανερχόμενο τότε πολιτικό Ανδρέα Παπανδρέου ως τον αρχηγό και υποκινητή της οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ.
Ο Γαρουφαλιάς δίνει άμεσα εντολή στον αντιστράτηγο Ι. Σίμο να μεταβεί στη Μεγαλόνησο και να διεξαγάγει ανακρίσεις. Ο Σίμος, αφού εξετάζει συνολικά 93 μάρτυρες, αποφαίνεται σχετικά:

«Απεδείχθη πράγματι ότι εγένετο κίνησις ιδρύσεως οργανώσεως υπό την επωνυμίαν «ΑΣΠΙΔΑ» υπό ομάδος αξιωματικών, με τον ιδιοτελή σκοπόν την εξυπηρέτησιν ατομικών συμφερόντων αυτών και των μελών της οργανώσεως, δια της προωθήσεως μεμυημένων αξιωματικών εις επικαίρους και σημαινούσας θέσεις ή και τινα άλλον απώτερον, όστις ούτε απεδείχθη εκ της εξετάσεως ούτε διεφάνη… Δεν απεδείχθη ότι η κίνησις αύτη είχε πολιτικάς επιδιώξεις ή σύνδεσμον τινά με πολιτικά πρόσωπα».

Βάσει του πορίσματός του, ο Σίμος προτείνει την απόταξη συνολικά τεσσάρων λοχαγών και την παραπομπή σε πειθαρχικό έλεγχο άλλων έξι λοχαγών και υπολοχαγών.

Τριγμοί στην κυβέρνηση Παπανδρέου – Η ρήξη με το παλάτι και η Aποστασία

Η έκθεση Γρίβα και το συνακόλουθο πόρισμα του Σίμου προκαλούν τριγμούς στην κυβέρνηση και το Στέμμα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος απορρίπτει το πόρισμα Σίμου και δίνει εντολή στον Γ. Παπανδρέου να παραπέμψει την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ σε στρατοδικείο.

Ο Γ. Παπανδρέου ζητά από τον Γαρουφαλιά, ο οποίος υπακούει στην εντολή του Στέμματος, να παραπέμψει μαζί με τον ΑΣΠΙΔΑ σε τακτική δικάσιμο και τα γεγονότα του σχεδίου «Περικλής», που είχαν σημειωθεί το 1961 και αφορούσαν στην ανάμειξη του στρατού στις εκλογές που είχαν διεξαχθεί εκείνη τη χρονιά.

Κατά τους ιστορικούς, ο «Γέρος της Δημοκρατίας» ήθελε να αντικαταστήσει τον Γαρουφαλιά, ο οποίος είχε αγαστές σχέσεις με το παλάτι, ώστε να αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο Άμυνας. Η επιθυμία του αυτή τον έφερε σε ανοικτή σύγκρουση  με τον βασιλιά.  Ακολούθησαν οι τρεις επιστολές Βασιλιά – Πρωθυπουργού το πενθήμερο από τις 15 έως τις 20 Ιουλίου 1965 με το γνωστό εμπρηστικό περιεχόμενο και η τελική κλιμάκωση της πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα με την παραίτηση του Γ. Παπανδρέου και τις τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις των «Αποστατών», με την απόσχιση πολλών σημαντικών βουλευτών της Ένωσης Κέντρου (Μητσοτάκης, Νόβας, Τούμπας, Στεφανόπουλος, Τσιριμώκος) και την κοινοβουλευτική στήριξη της ΕΡΕ.

Ο «στρατολόγος» και το παραπεμπτικό βούλευμα

Μεταξύ των αξιωματικών που συνελήφθησαν για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ήταν και ο τότε Λοχαγός Αριστείδης (Άρις) Μπουλούκος, ο οποίος κατηγορήθηκε ως ο «στρατολόγος» νέων μελών που επιθυμούσαν να εισέλθουν στην οργάνωση.

Σύμφωνα με τον Ζαν Μεϊνό (Οι Πολιτικές Δυνάμεις στην Ελλάδα 1946-1965), η υπόθεση έγινε πιο σοβαρή, όταν δεξιές εφημερίδες, αλλά και η Κεντρώα «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα) προσπάθησαν να εμπλέξουν στην υπόθεση τον Συνταγματάρχη Αλέξανδρο Παπατέρπο, Υπαρχηγό της ΚΥΠ, ο οποίος θεωρείτο φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου. Ωστόσο ο Παπατέρπος εκείνη την εποχή κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες να διαλύσει το παρακράτος, στο οποίο είχαν παρεισφρήσει ακροδεξιές οργανώσεις, οι οποίες έμελλε να διαδραματίσουν αργότερα καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα της 21ης Απριλίου 1967 και την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1966 δημοσιεύεται το βούλευμα για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. 28 αξιωματικοί παραπέμπονται σε δίκη, με τις κατηγορίες της ένωσης προς στάση και συνωμοσίας προς εκτέλεση πράξεων εσχάτης προδοσίας. Κατά το βούλευμα, «προκύπτουν επιβαρυντικά στοιχεία» για τους πολιτικούς Ανδρέα Παπανδρέου, Παύλο Βαρδινογιάννη, Μιχάλη Παπακωνσταντίνου και Στυλιανό Χούτα.

Η δίκη

Ο Άρις Μπουλούκος (αριστερά) με τον συνήγορό του Νικηφόρο Μανδηλαρά (δεξιά)

Η δίκη του ΑΣΠΙΔΑ ξεκίνησε στο στρατοδικείο κεκλεισμένων των θυρών στις 30 Ιανουαρίου 1967. Κύριος συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων αξιωματικών ήταν ο Νικηφόρος Μανδηλαράς, ο θάνατος του οποίου μόλις λίγους μήνες αργότερα, στις 17 Μαΐου 1967, έμελλε να αποτελέσει μία από τις πλέον μυστηριώδεις υποθέσεις της ταραγμένης εκείνης περιόδου.

Μολονότι δεν προέκυψαν ποτέ στοιχεία εναντίον πολιτικών προσώπων από την υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ», η ύπαρξη του στρατιωτικού βραχίονα της οργάνωσης επιβεβαιώθηκε το 1986, όταν κατά τον Αρ. Μπουλούκο, ο ταξίαρχος ε.α. Δημήτρης Κατσιγιάννης σε συνέντευξή του σε αθηναϊκή εφημερίδα μίλησε για πρώτη φορά ανοικτά για το ζήτημα.

Όρθιος ο Άρις Μπουλούκος παρεμβαίνει κατά τη διάρκεια εξέτασης ενός μάρτυρα κατηγορίας
Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ο ΑΣΠΙΔΑ αποτελείτο από χαμηλόβαθμους αξιωματικούς (περίπου 40-50 μέλη) και δεν συνιστούσε οργάνωση επικίνδυνη, ούτε για το στράτευμα ούτε για το πολίτευμα. Μάλιστα, χαρακτηρίστηκε ως απάντηση στις οργανώσεις ακροδεξιών που υπήρχαν τότε και δρούσαν ανενόχλητες και οι οποίες αποδείχτηκαν πολύ πιο επικίνδυνες για τη δημοκρατία, όπως ήταν ο ΙΔΕΑ.
Όπως γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του «Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ» ο Αρ. Μπουλούκος, «Για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ διώχθηκα, προφυλακίστηκα, καταδικάστηκα και πέρασα εφτά ολόκληρα χρόνια σε φυλακές και εξορίες». Η απόφαση της δίκης ανακοινώθηκε τη νύχτα της 15ης προς 16 Μαρτίου.

Η απόφαση του Στρατοδικείου
Γράφει χαρακτηριστικά ο Αρ. Μπουλούκος στο βιβλίο του: «Με κήρυξαν, φυσικά, παμψηφεί ένοχο ως ‘υποκινητή ενώσεως προς στάσιν και συνωμοσίαν προς εκτέλεσιν πράξεων εσχάτης προδοσίας ισχύοντος του ΜΔ Ψηφίσματος’ και μου επέβαλαν κάθειρξη συνολικά δεκαοκτώ (18) ετών. Παράλληλα, είχα καταδικασθεί σε 4 χρόνια φυλακή για εξύβριση του δικαστηρίου και σε 3 χρόνια φυλακή για ‘Θόρυβο’».
Οι στρατοδίκες καταδίκασαν επίσης σε 18ετή κάθειρξη τους αξιωματικούς Παπατέρπο, Δαμβουνέλη, Παπαγεωργόπουλο και Τόμπρα.
Σε φυλάκιση 13 ετών καταδικάστηκαν οι Πανούτσος, Παπαγιαννόπουλος και Οικονόμου.
Σε κάθειρξη 8 ετών καταδικάστηκαν οι αξιωματικοί Κεπενός, Βλάχος και Παραλίκας.
«Οι Γιώργος Μαρκέτης, Χρήστος Θεοδώρου και Μαρίνος Γεωργίου δεν κηρύχθηκαν ένοχοι κατά το κατηγορητήριο, αλλά γιατί, ενώ εγνώριζαν, δεν ανήγγειλαν τα περί στάσεως και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών ο καθένας».
Το στρατοδικείο κήρυξε αθώους τους αξιωματικούς: Χονδροκούκη, Αναγνωστόπουλο, Τσαμασιώτη, Κατσιμήτρο, Κουφαλιτάκη, Σταυρόπουλο, Μαχά, Κατσάρη, Χαραλαμπόπουλο και Ντελιδάκη.
Σχεδόν ένα μήνα μετά, τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, ξεκινούσε η μαύρη περίοδος της Χούντας των Συνταγματαρχών…

Σημειώσεις:
1. Άρις Γ. Μπουλούκος – Υπόθεση Ασπίδα (Β’ Έκδοση) Εκδόσεις «Ο Τύπος Α.Ε.» – Αθήνα 1989
2. Ζαν Μεϊνό – Οι Πολιτικές Δυνάμεις στην Ελλάδα 1946-1965, Εκδόσεις Σαββάλας – Αθήνα 2004